(του Γρηγόρη Δ. Τριανταφύλλου)

Η μάχη της Χρύσως και το κάψιμο του χωριού από τους Ιταλούς

«Μεσ’ στην Ευρυτανία και μέσ’ στο Σουϊλά
οι αντάρτες πολεμάνε μ’ ιταλικά σκυλιά.
Με δυό με τρεις χιλιάδες, αντάρτες εκατό
τρείς μέρες πολεμάνε χτυπάνε τον οχτρό.
Σκοτώσανε πενήντα, σκορπίσαν στα βουνά
και μπήκαν οι φασίστες και βάλανε φωτιά.
Μας κάψαν το χωριό μας τα’ ανήμερα θεριά,
μας κάψαν το σχολιό μας που σπούδαζαν παιδιά.
Μας κάψαν το χωριό μας το Χρύσω το χρυσό
που είναι δοξασμένο στον κόσμο ξακουστό.»
Ρούμελης
«Τα αντάρτικα τραγούδια»
Εκδόσεις Τετράδιο
Αθήνα 1975»

«Τα όμορφα χωριά όμορφα καίγονται» λέει ο λαός μας. Έτσι και το δικό μας όμορφο χωριό δοκίμασε την πύρινη λαίλαπα των Ιταλών κατακτητών. Ήταν χειμώνας του 1942. Αρχές Δεκέμβρη, στις 7. Το όμορφο και πλούσιο χωριό μας έγινε στάχτη.
Η Χρύσω αριθμούσε τότε 487 ψυχές. Μέσα στο χωριό κατοικούσαν περίπου 360 άτομα, που έμεναν σε 90 καλοχτισμένα σπίτια. Από αυτά τα 85 τα αφάνισε η καταστροφική μανία των κατακτητών. Σπίτια που είχαν χτιστεί αιώνες πριν, που για το χτίσιμό τους αγωνίστηκαν ολόκληρες γενιές χάθηκαν μέσα σε λίγες ώρες. Γλίτωσαν από την πύρινη λαίλαπα 5 μόνο. Τα σπίτια των Δ. Καρανίκα, Κ. Χαλκιά, Κ. Χειλά, Φ. Σαρρή και του Ε. Μούστελου.
Ήταν χειμώνας, το κρύο τσουχτερό, οι Χρυσιώτες αφού πρόλαβαν και το εγκατέλειψαν, πριν μπουν οι Ιταλοί, παρακολουθούσαν από τα γύρω υψώματα το καταστροφικό έργο της φωτιάς. Επέστρεψαν σ’ αυτό αμέσως μόλις το εγκατέλειψαν οι Ιταλοί. Αλλά πώς να ζήσουν πια; Τα σπίτια με όλα τα υπάρχοντά τους καμένα. Τι να φάνε; που να στεγαστούν; Ο λαός μας λέει «ο σεισμός γκρεμίζει αλλά κάτι μένει, το ίδιο και η πλημμύρα παίρνει, αλλά κάτι αφήνει. Η φωτιά όμως καταστρέφει τα πάντα και μένει μόνο στάχτη». Άρχισε τότε ο τιτάνιος αγώνας της επιβίωσης. Η αλληλεγγύη λειτούργησε και πάλι. Ο ένας βοηθούσε τον άλλον να φτιάξουν παραπήγματα για να στεγαστούν. Όσο για φαγητό, ότι μπορούσαν να βρουν στα χωράφια, κτηνοτροφικά προϊόντα και λίγα από τα υπάρχοντά τους που πρόλαβαν και έκρυψαν.
Στις 4 Δεκέμβρη γιορτάζεται η μνήμη του Αγίου Σεραφείμ Κορώνης. Η Χρύσω συνδεδεμένη με τον Άγιο Σεραφείμ από τα χρόνια της τουρκοκρατίας, που φυλάσσονταν εκεί η κάρα του Αγίου, έχει το προνόμιο να φιλοξενεί την κάρα. Έτσι και τότε στο χωριό μας ήταν η κάρα του Αγίου Σεραφείμ. Πρόλαβαν οι Γρηγόρης Τριανταφύλλου, Δημήτριος Ράμμος και Χρήστος Μαρούλης και την έσωσαν αφού την πήραν μαζί του και κρύφτηκαν στον Άγιο Θεόδωρο.
Γιατί όμως οι «πολιτισμένοι» κατακτητές Ιταλοί έδειξαν αυτή τη μανία απέναντι στο χωριό μας; Η αιτία ήταν η μάχη, που προηγήθηκε στις 6 του Δεκέμβρη, ανάμεσα σε ομάδα πατριωτών-ανταρτών του αρχηγείου Ευρυτανίας του Ε.Λ.Α.Σ με τους Ιταλούς στα στενά «Σούϊλα».
Το σχέδιο του Αρχηγείου Ευρυτανίας για την μάχη της Χρύσως περιγράφει πιο κάτω ο πρωταγωνιστής της μάχης, ο συγχωριανός μας, καπετάν Ερμής (Βασίλης Πριόβολος).
«Η μάχη της χρύσως ήταν η πρώτη δυναμική απάντηση του ΕΛΑΣ στην περιοχή μας προς τους κατακτητές και τους συνεργάτες τους. Αφού ο Ελληνας πατριώτης, από βαθύ σεβασμό στην παράδοση και την κληρονομιά του, δεν υποκύπτει στη βία και το ζυγό και υπερασπίζεται με κάθε θυσία τα ιερά και όσια της φυλής μας και της πατρίδας μας. Το ράπισμα του κατακτητή στη Χρύσω θα μπορούσε να ήταν πιο σκληρό και πιο ισχυρό αν εξαντλούσαμε τις δυνατότητες να περάσουμε από την άμυνα στην επίθεση. Έτσι όπως προβλέψαμε στα σχέδιά μας. Η κύρια δύναμη του Αρχηγείου Ευρυτανίας, που δεν πρόφτασε να περάσει προς τα «Σούελα», περίπου ογδόντα άντρες, βρίσκονταν της ώρες της Μάχης στον Αγιο Δημήτριο. Με τον πρόεδρο του χωριού της Χρύσως που είχα επαφή, με τον Γιώργο Τριανταφύλλου, διαβίβασα εντολή να κινηθούν όλες οι δυνάμεις μας προς τη Χρύσω, αφού τον εχθρό τον είχαμε καθηλώσει στο μονοπάτι από τα «Σούελα» μέχρι το «Νιμάτι» και το Κερασοχώρι. Πρόθεσή μου ήταν να ανέβουμε στο Καυκί κατά τη διάρκεια της νύχτας 4 προς 5 του Δεκέμβρη και να επιτεθούμε στην οπισθοφυλακή του εχθρού στο «Νιμάτι». Στο μεταξύ διάστημα έφτασε η πληροφορία ότι στο Κερασοχώρι βρίσκονταν και άλλη Ιταλική φάλαγγα που κινήθηκε από το Αγρίνιο. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες η τριμελής διοίκηση (Ερμής, Αριστείδης, Διάκος) ματαίωσε αυτό το σχέδιο και το αρχηγείο Ευρυτανίας αποφάσισε και κινήθηκε προς την περιοχή των Αγράφων».
Ας δούμε πως περιγράφει τη μάχη της Χρύσως ο Κώστας Καραγιώργου στο βιβλίο του με τίτλο «Η ΡΟΥΜΕΛΗ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ» Αθήνα 1979

Η μάχη του Χρύσω Ευρυτανίας

«Στις 5 Δεκέμβρη 1942, τμήμα ανταρτών του Αρχηγείoυ Ευρυτανίας με αρχηγό τον Καπετάν Έρμή (Β. Πριόβολο), ύστερα από πληροφορίες, που τούδωκαν, οι Έαμικες οργανώσεις του χωριού, πούναι κι ιδιαίτερη πατρίδα του Ερμή, ότι κινήθηκε προς τα χωριό αυτό, ιταλική φάλαγγα, έτρεξε και κατέλαβε επίκαιρες θέσεις. Η εμπροσθοφυλακή των Ιταλών, στο ορεινό αυτό χωριό δέχτηκε καταιγιστικά πυρά απ’ τους οχυρωμένους αντάρτες του ΕΛΑΣ, μέχρι σημείου, φεύγοντας, να εγκαταλείψουν νεκρό, τον Ιταλό λοχαγό, πούχε σκοτωθεί εκεί. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν έξι Ιταλοί και τραυματίστηκαν είκοσι.
Όταν μαθεύτηκαν τα γεγονότα αυτά στο Καρπενήσι, τη πρωτεύουσα του νομού, οι συμπατριώτες του Καπετάν Ερμή, περήφανοι γι΄ αυτόν, που προστάτεψε το χωριό του, εκδήλωσαν με κάθε τρόπο τη χαρά και τη περηφάνεια τους, για το χαρμόσυνο αυτό γεγονός της αντάρτικης Ευρυτανικής ομάδας του ΕΛΑΣ».
Ο αείμνηστος Δημοσθένης Τριανταφύλλου, που έζησε τα γεγονότα εκείνα τα περιγράφει παρακάτω:
«Στις 5 Δεκέμβρη του 1942 είχαμε πληροφορίες ότι οι Ιταλοί έφτασαν στο Κερασοχώρι με προορισμό Χρύσω, Μάραθο, Άγραφα. Τότε στείλαμε τρεις νέους, τους Ηλία Τσιλιγιάνη, Κώστα Τριανταφύλλου και τον Παύλο Μούτσελο, να παρακολουθήσουν τις κινήσεις των Ιταλών.
Όταν είδαν τους Ιταλούς, που κινήθηκαν προς Χρύσω από τη θέση «Αλαταρούλες» φώναξαν έρχονται και τότε όλοι οι κάτοικοι του χωριού συγκεντρώθηκαν στην πλατεία και αποφάσισαν να φύγουν οι νέοι και οι νέες και να μείνουν να περιμένουν τους Ιταλούς μόνο οι γέροντες.
Στο διάστημα αυτό ήλθαν δύο αντάρτες οι Κωστάκης Καρανίκας και Πάνος Καρανίκας από τη Χρύσω και μας είπαν ότι ο Ερμής (Βασίλης Πριόβολος) έχει οχυρωθεί στα στενά, στην είσοδο του χωριού με την ονομασία Σούϊλα και θα χτυπήσει τους Ιταλούς. Τότε οι κάτοικοι αποφάσισαν να στείλουν τον Κώστα Αθ. Καρανίκα να πει στον Ερμή να μην τους χτυπήσει γιατί οι Ιταλοί θα κάψουν το χωριό. Ο Ερμής με τον ίδιο μας παράγγειλε ότι έχει διαταγή να τους χτυπήσει και παράγγειλε και στον γράφοντα, σαν υπεύθυνος του ΕΑΜ που ήμουν , ότι τμήμα ανταρτών πηγαίνει προς Άγιο Δημήτριο και να πάω να τους γυρίσω. Πράγματι πήγα και τους βρήκα, στη θέση Γούναρη, στο ποτάμι Γαβρινίτη, ήταν γύρω στους τριάντα με αρχηγούς τους Θηβαίο Αριστείδη και Ηλία Παπαγιώργη και ήταν σε ελεεινή κατάσταση, βρεγμένοι μέχρι το κόκαλο πτώματα από την κούραση. Τους είπα τι μου παράγγειλε ο Ερμής και μου είπαν, βλέπεις την κατάστασή μας πως μπορούμε να πάμε σ’ αυτά τα χάλια που είμαστε και με παρακάλεσαν, γιατί δεν ήξεραν την περιοχή, να τους υποδείξω ασφαλές μέρος για να αποφύγουν τους Ιταλούς. Τους είπα να ακολουθήσουν το ποτάμι για να φτάσουν στον Άγιο Δημήτριο στη θέση Γάβρινα.
Στην κατάσταση που περιέγραψα πιο πάνω ήταν οι αντάρτες, γιατί φτάνοντας οι Ιταλοί στη θέση Νιμάτια τους είδαν, που ανέβαιναν το ποτάμι και τους έβαλαν με όλα τα όπλα και ένα τμήμα Ιταλών κατηφόρισε προς το ποτάμι για να τους συλλάβουν και πράγματι συνέλαβαν τους Χειλά Δημήτριο από τη Χρύσω, τον Σουρή απο το Καρπενήσι και πρέπει να συνέλαβαν και άλλους δύο.
Οι κάτοικοι του χωριού μετά την απάντηση του Ερμή, ότι έχει διαταγή να χτυπήσει τους Ιταλούς, αποφάσισαν να στείλουν τον τότε πρόεδρο Γεώργιο Γρ. Τριανταφύλλου να παρακαλέσει τον Ερμή να μην τούς χτυπήσει. Ο πρόεδρος όμως δεν κατάφερε να επιστρέψει στο χωριό γιατί οι Ιταλοί ήδη είχαν φτάσει στα στενά και όπως μας είπε αργότερα είδε έναν νεαρό αντάρτη να τρέμουν τα χέρια του (Μήτσο Στ. Μπάρκα) τού ζήτησε το όπλο και έλαβε και αυτός μέρος στη μάχη.
Οι Ιταλοί μπαίνοντας στα στενά είχαν οδηγό τον αγροφύλακα του Κερασοχωρίου Ανδρέα Δερμάρη και τρεις όμηρους τούς Βασίλειο Γκαρίλα, Μιχάλη Τριανταφυλόπουλο και Σπύρο Μηρηγκούνη.
Με τις πρώτες μπαταριές οι Ιταλοί οπισθοχώρησαν, ενώ ο οδηγός τους Ανδρέας Δερμάρης δεν ακολούθησε την οπισθοχώρηση, ακολούθησε το ποτάμι και έφτασε στο χωριό.
Άρχισε να νυχτώνει και όλοι οι κάτοικοι εγκατέλειψαν το χωριό και αναζήτησαν ασφαλές μέρος, οι περισσότεροι στον Άγιο Δημήτριο.
Στις 6 του μήνα δεν παρουσιάστηκε καμία αντίδραση των Ιταλών πού ήταν καταυλισμένοι στη θέση «Νιμάτια». Το πρωί της ίδιας ημέρας εγώ, ο Δημοσθένης Τριανταφύλλου, ο Στέλιος Μπάρκας και ο Βαγγέλης Σφήκας πήγαμε να μαζέψουμε ότι άφησαν οι Ιταλοί. Όταν φτάσαμε στο κάτω γεφύρι είδαμε ότι στη θέση «Αγριοκερασιά» υπήρχε ένα φορείο. Ενώ οι άλλοι δύο επέστρεψαν εγώ με μεγάλη προσοχή πήγα κοντά. Επάνω στο φορείο ήταν ένας Ιταλός γυμνός από την μέση και επάνω, τον κούνησα από τα πόδια και διαπίστωσα ότι ήταν νεκρός. Του έβγαλα τις αρβύλες, γιατί όλοι γνωρίζετε την κατάστασή μας τότε, και επέστρεψα στο χωρίο.
Tον Ιταλό τον σκότωσαν αντάρτες πού ήταν οχυρωμένοι στη “θέση Τσάμη” και όπως μάθαμε εκεί πολεμούσαν ο Σωτήρης Τσιούμας από την Ανατολική Φραγκίστα, και ο Γιώργος Νιαβής από τον Μάραθο.
Την ίδια ημέρα στις 12 περίπου το μεσημέρι ήλθε στο χωριό ο πρόεδρος με τούς Αντώνη και Σεραφείμ Καρανίκα και πήγαν στα στενά για να δουν και αυτοί τι έγινε και να μαζέψουν λάφυρα. Μάζεψαν γελιούς, καζάνια και άλλα, επειδή όμως δεν μπορούσαν να τα μεταφέρουν τα έκρυψαν στις κουφάλες από τα πλατάνια.

Οι Ιταλοί περίμεναν ενισχύσεις από το Αγρίνιο και αφού ήλθαν κατέλαβαν όλα τα υψώματα μέχρι το βουνό Καυκί και στις 7 του Δεκέμβρη μπήκαν στο χωριό και αφού έκαψαν ένα μέρος από αυτό επέστρεψαν στον καταυλισμό τους, είχαν δε και δύο σκυλιά μαζί τους, τα οποία βρήκαν τα κρυμμένα λάφυρα και τα ξαναπήραν.
Στις 8 του μήνα εκτέλεσαν τούς αντάρτες που είχαν συλλάβει και τούς δύο ομήρους γιατί ο τρίτος όμηρος ο Σπύρος Μηρηγκούνης κατάφερε να τούς ξεφύγει και έτσι σώθηκε.
Στις 9 του μήνα μπήκαν ξανά στο χωριό και αφού έκαψαν όλα τα σπίτια εκτός του Χαλκιά προχώρησαν για τα Άγραφα. Στρατοπέδευσαν στη “θέση Καριά”  και εκεί έθαψαν δύο νεκρούς, ο ένας πού σκοτώθηκε στη μάχη και ένας άλλος που δεν μάθαμε πού και πώς σκοτώθηκε και μάλλον ήταν αξιωματικός
Σε κάθε τάφο έβαλαν ένα μπουκάλι σφραγισμένο με το όνομα του νεκρού. Στις 10 Δεκέμβρη έφτασαν στα Άγραφα και αφού τα έκαψαν επέστρεψαν στο Καρπενήσι.
Μετά την απελευθέρωση, δεν θυμάμαι ακριβώς πότε, ήλθαν Ιταλοί να πάρουν τα οστά των δύο νεκρών, γνώριζαν δε την περιοχή με μεγάλη ακρίβεια. Δεν τους βρήκαν όμως εκεί γιατί τούς είχαν θάψει σε καλλιεργήσιμο έδαφος και οι ιδιοκτήτες του τούς μετέφεραν σε διπλανό δασώδες έδαφος. Ρώτησαν και οι χωρικοί τούς είπαν πού είναι.

«Των Χρυσιωτών τα ήσυχα σπιτάκια πάν’ και εκείνα
τά έκαψε, τα γκρέμισε του Ιταλού η αξίνα
κι απ’ το χωριό το ολόμορφο ως μεσ’ το Καρπενήσι,
ο τύραννος χαλάσματα περνώντας έχει αφήσει.
Χρύσω μ’ αθάνατο χωριό, βάσταξε την ψυχή σου.
Να ζήσουν όλα σ’ τα παιδιά, Λευτέρης και Ερμής σου.
Οι αντάρτες μας τον πόνο σου τον έκαναν παντιέρα
και με αυτή τους βάρβαρους θα διώξουνε μια μέρα.»
Ανώνυμου

«Ελάτι του Καρπενησιού, ψηλό ζωγραφιστό
προβάλλει ο καπετάν Ερμής απ’ την Ευρυτανία
με χάρη και βουνού δροσιά, με μάτι απ’ τον αητό
της ομορφιάς και της βροντής ασύγκριτη αρμονία.

Που το γερό ντουφέκι του στη Χρύσου είχε βροντήσει
σαν λίγοι αντάρτες τσάκισαν το εχθρικό τ’ ασκέρι
κι είχαν ματώσει τα στενά και τα κορμιά είχαν κλείσει
κι ακόμα εκεί μονολογεί χαρούμενο τ’ αγέρι.

Κι η δόλια η χρύσου αν πνίγηκε στη φλόγα, στον καπνό
ποτέ δε σβει, δε χάνεται με τέτοια παλληκάρια.
Με τον Ερμή της θα χαρεί και πάντα φωτεινό
θάχει πλεγμένο τ’ όνομα στης δόξας τα κλωνάρια»
Δώρης Ανθης

(Νίκος Ζωγραφόπουλος)

 

Η Χρύσω της Ευρυτανίας ήταν το πρώτο χωριό της Ηπειρωτικής Ελλάδας που γνώρισε τη μανία της καταστροφής των κατακτητών. Μα και σύγχρονα η πρώτη γωνιά της Ελληνικής γής που πέταξε από πάνω της το ζυγό του κατακτητή.
Από το «Λεύκωμα από τα αρχεία της ΧΙΙΙ μεραρχίας Ρούμελης»
Ανατύπωση της έκδοσης 1944 σε επιμέλεια Γεωργούλα Μπέικου

Τα νέα

Πληροφορίες

  • Καιρός

NewsLetter

Αν θέλετε να ενημερώνεστε για τα νέα του χωριού και του συλλόγου, εγγραφείτε στην παρακάτω φόρμα αφήνοντας το email σας.